Περιοδικό Πολιτικής Και Πολιτισμικής Παρέμβασης
Σε εποχές που βασιλεύει το ψέμα, η διάδοση της αλήθειας είναι πράξη επαναστατική
Αρχική σελίδα
Προτάσεις
Τεύχη
Αρθρα
Αναζήτηση διαλόγου
Αναζήτηση - άρθρα/τεύχη
Σύνδεσμοι
Πληροφορίες
Ρεσάλτο Blog
Αναζήτηση
::
Κατάλογος Μελών
Εγγραφή
::
Σύνδεση
::
Προφίλ
Γενικές Συζητήσεις
Δημοσίευση απάντησης
Όνομα μέλους
Θέμα
Περιεχόμενο
Emoticons
Περισσότερα Emoticons
Χρώμα γραμματοσειράς:
Προεπιλογή
Βαθύ Κόκκινο
Κόκκινο
Πορτοκαλί
Καφέ
Κίτρινο
Πράσινο
Λαδί
Κυανό
Μπλέ
Βαθύ Μπλέ
Λουλακί
Βιολετί
Λευκό
Μαύρο
Μέγεθος γραμματοσειράς:
Μικροσκοπικό
Μικρό
Κανονικό
Μεγάλο
Τεράστιο
Να κλείσουν τα Tags
Επιλογές
HTML
Ενεργό
BBCode
Ενεργό
Smilies
Ενεργά
Απενεργοποίηση HTML σ' αυτή τη δημοσίευση
Απενεργοποίηση BBCode σ' αυτή τη δημοσίευση
Απενεργοποίηση Smilies σ' αυτή τη δημοσίευση
*** Αυτή η Δημοσίευση θα εξετασθεί και θα μείνει κρυφή μέχρι την έγκρισή της. ***
Όλες οι Ώρες είναι GMT + 2 Ώρες
Μετάβαση στη:
Επιλέξτε μια Δημόσια Συζήτηση
----------------
Πολιτική Δημοσίευσης
Ανακοινώσεις
Ευρετήριο
----------------
Ειδήσεις
Πολιτική - Oικονομία
Εθνικό - Μεταναστευτικό
Ορθοδοξία - Κοινωνία
Πολιτισμός-Παιδεία-Γλώσσα
Ιστορία - Φιλοσοφία
MME - Τρομοκρατία - Μ.Κ.Ο.
Οικολογία - Περιβάλλον
Γεωπολιτική - Επιστήμη
Καταγγελίες
Χιούμορ - Σάτιρα
Γενικές Συζητήσεις
Ανασκόπηση Θέματος
Συγγραφέας
Μήνυμα
Γιάννης Παπαμιχαήλ
Δημοσιεύθηκε: Τετ Απρ 01, 2026 6:25 pm
Θέμα δημοσίευσης: Η ασύμμετρη απειλή της ψυχοπολιτικής μπουρδολογίας
Η ασύμμετρη απειλή της ψυχοπολιτικής μπουρδολογίας
Ο πρόσφατος πόλεμος ΗΠΑ – Ισραήλ κατά του Ιράν έχει δώσει την ευκαιρία σε πολλούς εξειδικευμένους γεωπολιτικούς αναλυτές να εκθέσουν τις απόψεις τους. Μαζί τους εμφανίστηκαν στο δημόσιο λόγο και πολλοί απόστρατοι αξιωματικοί που έχουν πάρει σβάρνα τα κανάλια για να πουν «τα δικά τους». Δίπλα σε όλους αυτούς οι πολίτες είχαν επίσης την ευκαιρία να ακούσουν και αρκετούς άλλους «εμπειρογνώμονες»: όχι μόνο ιστορικούς, πολιτικούς επιστήμονες ή δημοσιογράφους, αλλά και ψυχολόγους. Από τον αχταρμά των πληροφοριών και των ερμηνευτικών προσεγγίσεων του πολέμου δημιουργήθηκε μια Βαβέλ, ένα βουητό πολυγλωσσίας, ενδεχομένως μια «χάβρα» που μάλλον συσκοτίζει παρά διαφωτίζει το κοινό στο οποίο απευθύνεται.
Ίσως, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της χάβρας ήταν η πρόσφατη συζήτηση που οργάνωσε ο έγκριτος δημοσιογράφος κ. Σαχίνης με τον εξίσου έγκριτο γεωπολιτικό αναλυτή κ. Γρίβα και τον ιστορικό κ. Μαργαρίτη, με «μαϊντανό» τον κατά δήλωσή του, κοινωνικό και αναπτυξιακό ψυχολόγο, κ. Ανδρουλιδάκη. Ο πολιτικά μάλλον συμπαθής αυτός ψυχολόγος, με αρκετές δημοκρατικές και πατριωτικές σε γενικές γραμμές ευαισθησίες, διακρίνεται τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο ιδίως, για τις συχνές, μακροσκελείς παρεμβάσεις του περί πολλών κοινωνικών και πολιτικών θεμάτων της επικαιρότητας. Και αυτό, είναι βεβαίως κάτι θετικό. Αυτό που αντίθετα, δεν είναι καθόλου κάτι θετικό, είναι η καταχρηστική, κάποτε και ασυνάρτητη χρήση που κάνει ο κ. Α. πολλών όρων και εννοιών που προέρχονται επιστημολογικά από την ψυχολογία ή την ψυχανάλυση, για την ερμηνεία κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων ή και αντίστροφα, όρων και εννοιών που προέρχονται από τις πολιτικές επιστήμες ή την ιστορία για την κατά αναλογία ερμηνεία διαφόρων ψυχολογικών γεγονότων ή συλλογικών στάσεων και συμπεριφορών.
Στην συγκεκριμένη εκπομπή του κ. Σαχίνη, ο κ. Α., με κάποιο είδος πολιτικής και θεωρητικής αφέλειας, επανήλθε για άλλη μια φορά στην προσφιλή του (αλλά δυστυχώς ανυπόστατη) αντίθεση μεταξύ της έννοιας της ισχύος και της έννοιας της κοινωνικής ή διαπροσωπικής σχέσης. Μια ανύπαρκτη «αντίθεση», την οποία όμως ο κ. Α. έχει ανάγει σε «θεωρία». Ίσως και σε πολιτική «φιλολαϊκή και αντικαπιταλιστική κοσμοθεωρία» δικής του προφανώς έμπνευσης.
Έτσι, στην προαναφερόμενη εκπομπή του κ. Σαχίνη περί της «θεολογίας της ισχύος», η συζήτηση περί του πολέμου ξεκίνησε με την παραδοχή ότι τα δύο δρώντα πολιτικά υποκείμενα (ΗΠΑ – Ιράν), δεν συμμερίζονται τον ίδιο τρόπο νοηματοδότησης της πραγματικότητας. Πράγμα βεβαίως αυτονόητο και προφανές: Σε κάθε πόλεμο, σε κάθε σύγκρουση ισχύει ακριβώς το ίδιο. Όμως σύμφωνα με τον κ. Α. (που ο κ. Γρίβας δήλωσε ότι «θαυμάζει»), το Ιράν «υπεραναπληρώνει» (
και «υπερνοηματοδοτεί» τη σύγκρουση ως ανατολίτικο «γιόγκι» (;;
, διότι ως θεοκρατικό ισλαμικό καθεστώς, θεωρεί ότι έχει μια ιερή αποστολή και μέσω αυτής της υπερβατικής ιδέας, συγκρούεται με τον δυτικό, εργαλειακό ορθολογισμό: εκείνο του μηδενιστή, «κομισάριου» (δηλαδή τις ΗΠΑ), ο οποίος αντίθετα από τον «γιόγκι» αντίπαλό του, επικεντρώνεται στους στόχους και στην αποτελεσματικότητα των ενεργειών του.
Τρόπον τινά, με διαμεσολαβητή τον δημοσιογράφο, οι δύο συνομιλητές επανέφεραν (χωρίς όμως να το διατυπώσουν) στο προσκήνιο την προβληματική του «πολέμου των πολιτισμών» του «Χάντιγκτον», αλλά με αφηρημένους και κάπως μεταφυσικούς όρους που ο κ. Α. αποκαλεί μάλιστα «ψυχοπολιτικούς». Αναρωτιέται λοιπόν κανείς αν κανένας από το τρίο των συνομιλητών δεν έχει ακούσει ποτέ τίποτα για κλασικά και πασίγνωστα έργα των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών περί του θέματος που φαίνεται να τους απασχολεί. Λόγου χάρη και εντελώς ενδεικτικά, αφήνοντας στην άκρη πληθώρα πασίγνωστων ιστορικών, ανθρωπολόγων, κοινωνιολόγων και ψυχαναλυτών, πως να αποσιωπήσει κανείς σε μια τέτοια συζήτηση, την ανάλυση των σχέσεων προτεσταντισμού – καπιταλισμού από τον Βεμπέρ; Τις αναφορές στο ανορθόλογο μεταφυσικό στοιχείο της ιεραποστολικής, διαφωτιστικής, ηθικοπολιτικής αποστολής της αποικιοκρατίας στην ιστορία και στην «γραμματική των πολιτισμών»; Την κλασική ανάλυση του Τοκβίλ για την Αμερική και το Νέο Κόσμο; Το βιβλίο «Ανδρών Μέτρον Μηχανή» του M. Adas; Την προσέγγιση του νεότερου οικονομικού ανθρώπου από τον Βέρνερ Ζόμπαρτ («Ο Αστός»), σε συνάρτηση με τα ατομικά παιδικά βιώματα της ισχύος και της παντοδυναμίας, που νοηματοδοτούν τις αξιολογικές εκτιμήσεις της επίδοσης ή της καινοτομίας και καθιστούν τις φιλοδοξίες του «μέχρι τρέλλας» εργαζόμενου ή κερδοσκόπου, «άμετρες και απεριόριστες»;
Κομισάριος ή Γιόγκι λοιπόν; Είναι όπως λέμε «Κιθαρίστας ή Ντράμερ»; Για να λέμε ωστόσο και του στραβού το δίκιο, πέραν κάθε αμφισβήτησης, υπάρχει στην εργαλειακή δυναμική της χοντροκομμένης ιδέας του δυτικού «κομισάριου» ένα ιστορικό, ψυχοπολιτισμικό «απόθεμα» βίας, κυνισμού και καταστροφής, που ο κ. Α. διαισθάνεται μάλλον σωστά. Όμως δυστυχώς, απλώς το διαισθάνεται. Η ανάδειξη αυτής της δύσκολης προβληματικής επί της οποίας έχουν σκύψει πολλοί φιλόσοφοι, ιστορικοί και καλλιτέχνες (και αρκετοί από αυτούς έχουν σπάσει μάλλον τα δόντια τους), απαιτεί κάτι πολύ περισσότερο από ένα επιφανειακό άγγιγμα. Χρειάζεται ένα βαθύ θεωρητικό σκάψιμο. Όπως ορθά σχολίασε ένας θεατής της παραπάνω εκπομπής του κ. Σαχίνη, «το ότι οι δρώντες δεν είναι απολύτως ορθολογικοί, δεν σημαίνει ότι πρέπει και οι αναλύσεις που κάνουμε να είναι τύπου βουντού».
Σύμφωνα πάντα με τον κ. Α., η σημερινή «συλλογική Δύση» (ο «Κομισάριος»), σκέφτεται με όρους ισχύος διότι έτσι… «αποφεύγει το τραύμα του» (
, ενώ η γιόγκι – Ανατολή υπεραναπληρώνει λόγω ιεράς αποστολής. Ωστόσο, με την ίδια αυτή ασπόνδυλη θεωρητική μέθοδο, με την ίδια ακριβώς ψυχολογίζουσα συλλογιστική, θα μπορούσε κανείς να καταλήξει το ίδιο αβασάνιστα στα ακριβώς αντίθετα συμπεράσματα: θα αρκούσε να δώσει έμφαση στην ιεραποστολική, ιστορικά και πολιτισμικά προτεσταντική καταγωγή του ανδρουλιδάκειου «κομισάριου» ως αμερικανόπνευστου εκφραστή της συγκεκριμένης αποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής παράδοσης, στην συγκεκριμένη μάλιστα συνεργασία της με τον άλλο «περιούσιο λαό», εβραϊκής θρησκείας, που πρωτοστατεί στον πόλεμο κατά του Ιράν, ώστε το παραπάνω θεωρητικά ακατέργαστο πλαίσιο ερμηνείας των αντικρουομένων νοηματοδοτήσεων «γιόγκι – κομισάριος», όχι απλώς να καταρρεύσει, αλλά να αντιστραφεί. Αύτη όμως η δυνατότητα αντιστροφής ενός συλλογισμού και των συμπερασμάτων του είναι ενδεικτική της σοφιστικής και μεθοδολογικά ασυγκρότητης προβληματικής. Αν λοιπόν υποθέσουμε μαζί με τον κ. Α., ότι ο «κομισάριος» αντιστοιχεί σε χοντρές γραμμές στη δυτική, αγγλοσαξονική ιδίως, εργαλειακή αντίληψη της μέριμνας για την αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να αναζητήσουμε τις πολιτισμικές καταβολές του και την πολιτική ιστορία του, ίσως μέχρι την στρατηγική πολεμική σοφία της Αθηνάς (και της κουκουβάγιας της που «βλέπει στο σκοτάδι»). Στην ιδέα ενός ανεξάρτητου και ελεύθερου ατόμου, υπεύθυνου για την μοίρα του και για τις επιλογές του: ένα πρόσωπο με ελευθερία συνείδησης, ατομική ευθύνη τόσο απέναντι στους θεούς, όσο και απέναντι στους άλλους τους «πλησίον του». Η Δημιουργία, η εξέλιξη έγιναν αντιληπτές στο δυτικοευρωπαϊκό κόσμο σαν αντικείμενα προς διερεύνηση μέσω του λόγου, όχι μόνο σαν μια κοσμική μηχανή ανεξερεύνητη από την ανθρώπινη σκέψη. Σε αντίθεση με τον «βάρβαρο» (τον «άγριο», τον «αμόρφωτο» κλπ.), το ανθρώπινο άτομο έφτασε στη Δύση να θεωρείται υπεύθυνος πολίτης και όχι απλό γρανάζι ενός τεράστιου, απρόσωπου, θεϊκού ή αυτοκρατορικού μηχανισμού. Έτσι, η δυτική Ευρώπη εντός της ελληνορωμαϊκής και αργότερα δυτικής, χριστιανικής της παράδοσης (άγιος Ανσέλμος, Θωμάς Ακινάτης κλπ.) και ιδίως μετά την Αναγέννηση, οικοδόμησε σταδιακά το ιδεώδες ενός πολίτη – δημιουργού, ικανού όχι μόνο να επιχειρεί, να δοκιμάζει και να καινοτομεί, αλλά και να εξεγείρεται και να επαναστατεί. Μεταξύ υπέρβασης και ορθολογισμού, στρώθηκε ο δρόμος σε μια κουλτούρα της αμφιβολίας, της έρευνας, του ρητορικού δημόσιου αγώνα. Σε ένα πολιτισμό της κριτικής. Μαζί με αυτά, σε μια γραμμική, μη κυκλική, δυναμική παράσταση του χρόνου, η οποία «επικολλήθηκε» στην πίστη στην πρόοδο, στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει τη ζωή του με τον ορθό λόγο και την προσπάθεια. Αυτή η ιστορική επιτυχία του δυτικού «κομισάριου» (
είχε βέβαια τον αντίκτυπό του στην απομάγευση και αποϊεροποίηση του κόσμου, στην χαλάρωση των κοινωνικών συνεκτικών δεσμών, στην εξάντληση των ηθικών και πολιτισμικών εφεδρειών των μηχανισμών της προόδου (του ορθού λόγου, της τεχνικής, της κριτικής, της ελευθερίας).
Έτσι, η Ευρώπη των «κομισάριων», επικρατώντας στις κοινωνίες της διεθνοποιημένης αγοράς με όρους οικονομικής και πολιτισμικής ισχύος, ίσως αυτοκαταστρέφεται. Χάνει τον πόλεμο «των πολιτισμών», όχι βέβαια από τις «υπεραναπληρώσεις κάποιου γιόγκι», ησυχαστή και πολεμιστή ταυτόχρονα, αλλά από κάποιο διαμορφωμένο και εκπαιδευμένο από τη δυτική κουλτούρα, «ανατολίτη κομισάριο». Με άλλα λόγια, ο δυτικός οικουμενισμός, αυτό το σχέδιο της χειραφέτησης του ατόμου από στερεότυπα και προκαταλήψεις, κατέληξε σε μια πλανητική ομοιομορφία: δεν είναι πλέον η ίδια η Δύση, η ίδια η Ευρώπη, οι ίδιες οι ΗΠΑ, που επικρατούν με όρους πολιτικής στρατιωτικής ή οικονομικής ισχύος. Είναι όμως η λογική τους: εκείνη των πραγματικών κομισάριων, δηλαδή της τεχνικής, της αγοράς και του καταναλωτή. Απέναντί τους δεν βρίσκεται κανένα ξεχασμένο αρχαιοελληνικής καταγωγής κοσμοσύστημα ελεύθερων κοινοτήτων (βλ. Κοντογιώργης), αλλά κοινωνίες ακόμα αρκετά συνεκτικές, αυστηρά ιεραρχημένες, πειθαρχημένες και συνήθως πολιτικά αυταρχικές. Κοινωνίες πολιτικά προφυλαγμένες από την εξατομικευτική πολιτική θρησκεία του νομικού δικαιωματισμού. Δηλαδή ένας «ανατολικός κομισάριος» (αν δεχτούμε τον παραπλανητικό ανδρουλιδάκειο παραλληλισμό), διαμορφωμένος πολιτικά από τα συλλογικά habitus παραδοσιακών δεσποτικών καθεστώτων της Ανατολής και πανάρχαιων αυτοκρατοριών, έτοιμων από καιρό να υπερασπιστούν με νύχια και με δόντια τους τόπους, τα εδάφη και τους τρόπους ζωής τους, καθώς και την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών τους.
Σε πολλούς πατριωτικά ευαίσθητους δυτικούς δημοκράτες, απελπισμένους από τον εργαλειακό μηδενισμό, την εξαγρίωση και την ορατή παρακμή των κοινωνιών τους, υπάρχει μια δικαιολογημένη ίσως, άρρητη συμπάθεια γιΆ αυτό το «ανατολίτικο», «αντιιμπεριαλιστικό» πολιτικό πάθος. Όμως αυτή η κατανοητή συμπάθεια τους οδηγεί δυστυχώς στο να παίρνουν τις επιθυμίες τους για πραγματικότητες ή αντίστροφα να εκλογικεύουν τις ιστορικές πραγματικότητες καθιστώντας τες επιθυμητές, με γενικεύσεις και πρόχειρα θεωρητικά άλματα στο κενό. Διότι στο κάτω κάτω της γραφής, αυτό που απειλεί τους σημερινούς «πολίτες του κόσμου» είναι η διεθνοποιημένη σύνθεση του αυτοκρατορικού δεσποτισμού με τον εργαλειακό μηδενισμό και τον νομικό δικαιωματισμό που έχει επικρατήσει στη Δύση.
Με την ίδια και χειρότερη θεωρητική προχειρότητα και μπόλικη «αντικαπιταλιστική» και «αντιεξουσιαστική» διάθεση, ο κ. Α. φλυαρεί ακατασχέτως περί της δήθεν αντίθεσης της «ισχύος» με την «κοινωνική σχέση». Όμως δυστυχώς, ούτε η συναδέλφωση των θυμάτων της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης δεν είναι εύκολη υπόθεση (δηλαδή δεν λύεται με την επίκληση της κοινωνικής σχέσης), ούτε η αγορά δεν είναι απλώς ή κυρίως ένα θεσμικό σύστημα (ένας «ναός» του καπιταλισμού, όπως ισχυρίστηκε ο κ. Α.). Δεν είναι απλώς ένας τρόπος πραγμάτωσης των συναλλαγών και των εμπορευματοποιημένων κοινωνικών σχέσεων του καπιταλιστικού κόσμου. Είναι ένας πανίσχυρος συμβολικός ενδιάμεσος. Ένα χρονικό κριτήριο αυτοπραγμάτωσης του «καθενός» στο αέναο παρόν που είναι εξ ορισμού ο αγοραίος χρόνος. Χωρίς «επέκεινα» («δεύτερη ζωή δεν έχει», όπως λέει και ο στίχος). Χωρίς υπερβατικότητες, χωρίς ορίζοντα και συλλογικά ιστορικά πεπρωμένα που θα οργάνωναν τους κοινωνικούς αγώνες είτε στο πεδίο των λαϊκών απελευθερωτικών αγώνων, είτε σε εκείνο της ταξικής πάλης. Λόγου χάρη, για έναν «καλύτερο» ή «δικαιότερο» κόσμο. Η εξατομίκευση, η αυτοπραγμάτωση εδώ και τώρα, χωρίς υπερβατικά, επικά ή ιερά πρότυπα συμπεριφοράς, ο καταναλωτισμός, ο κυνισμός, η αποϊεροποίηση στο όνομα του εξορθολογισμού, ο αφηρημένος φιλειρηνισμός της αγοράς παράλληλα με τον σκληρό, μόνιμο και «ανόθευτο» ανταγωνισμό για την κοινωνική διάκριση, την επικράτηση και την κατίσχυση του «καθενός» - όλες οι παραπάνω συλλογικές νοοτροπίες και αντίστοιχες ιδεολογίες περί του εξορθολογισμού της οργάνωσης της καθημερινής ζωής των «πολιτών του κόσμου» - κατΆ επέκταση, η επικράτηση της οικονομικής σφαίρας επί της πολιτικής, που ο νεοφιλελευθερισμός ώθησε στο σημερινό έπακρό του με το «αόρατο χέρι της αγοράς» να εισέρχεται, γυμνό πλέον (ούτως ειπείν «χωρίς γάντια»), στο σύνολο των ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων, αποτελούν επικρατούσες, ισχύουσες δηλαδή μορφές των σημερινών κοινωνικών συνειδήσεων του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Αποτελούν μορφές αλλοτρίωσης, οντολογικές πεποιθήσεις αρθρωμένες ακριβώς γύρω από το αγοραίο παρόν. (Πιο αναλυτικά βλ. Γ. Παπαμιχαήλ, «Εξατομίκευση και Παγκοσμιοποίηση», «Αυτοκρατορία και Συνειδήσεις», «Το Ανυπόφορο Βουητό του Κενού»). Η ισχύς, καθώς και η προσπάθεια κατίσχυσης κάθε ναρκισσευόμενου «εγώ» στο πλαίσιο της παραπάνω αγοραίας συνείδησης του εαυτού και του κόσμου, δεν είναι λοιπόν καθόλου το κοινωνιοπολιτικά αντίπαλο δέος στην «κοινωνική σχέση», που σύμφωνα με τον κ. Α. «υπερασπίζεται τους ανυπεράσπιστους». Ούτε αντιστρατεύεται την «ισχύ». Και δεν την αντιστρατεύεται, διότι η ίδια η ισχύς, καθώς και η έννοια της ηγεμονίας (οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, ιδεολογικής), ως εννοιολογικά εργαλεία σκέψης για όποιον δεν είναι εντελώς αστοιχείωτος, θεωρητικά αποτελούν και προσδιορίζονται από μια ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική σχέση. Μια τέτοια σχέση ορίζει άλλωστε και την έννοια του «κεφαλαίου» (οικονομικού, κοινωνικού κατΆ επέκταση και μεταφορικά μορφωτικού κλπ.). Μια σχέση η οποία μεταφέρεται, εκφράζεται, συγκεκριμενοποιείται και εκδηλώνεται με χίλιους δυο τρόπους στο πεδίο των διατομικών και διομαδικών συνεργατικών ή συγκρουσιακών σχέσεων όλων των σημερινών δυτικών πολιτών.
Η άκριτη χρήση ψυχολογικών και ψυχαναλυτικών εννοιών, όπως το «συλλογικό τραύμα» που κατά τη γνώμη του κ. Α. ερμηνεύει την πολιτική στασιμότητα της παρακμάζουσας κοινωνίας μας, ή οι «υπερνοηματοδοτήσεις και υπεραναπληρώσεις», που θα εξηγούσαν δήθεν τις ασυμμετρίες των πολιτικών παθών μεταξύ Δύσης – Ανατολής ή ακόμα η φανταστική αντίθεση μεταξύ «ισχύος» και «σχέσης» στο πλαίσιο ενός απολίτικου και ανιστορικού «φροντιδιακού» ιδεώδους, με το οποίο ο «γιανναράδικος», θεολογικός τρόπος σκέψης του κ. Α. βομβαρδίζει τους αναγνώστες του στο όνομα της πολύπαθης πολιτικής ψυχολογίας, δεν διευκολύνουν καθόλου την κατανόηση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Αντίθετα, οι καταχρηστικές γενικεύσεις και η στομφώδης μπουρδολογία, οι υπεραπλουστεύσεις και τα ρητορικά τεχνάσματα μακροσκελών κειμένων, που ο κάθε πικραμένος επεξεργάζεται πλέον με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, συμβάλλουν στη γνωστική σύγχυση όσων μαθαίνουν να μην σκέφτονται παριστάνοντας τους «προβληματισμένους». Ταυτόχρονα και παράλληλα με τους απανταχού περιφερόμενους ψυχοθεραπευτές, που παρέχουν ιδεολογικές συνταγές ψυχολογικής επιβίωσης στην πελατεία τους, η ανδρουλιδάκεια εκδοχή της αναπτυξιακής και κοινωνικής ψυχολογίας (η οποία συμβαίνει να είναι ακριβώς η επιστημονική ειδίκευση του γράφοντος), συμβαδίζει με τις κυρίαρχες σήμερα νεοθετικιστικές τάσεις υποβάθμισης της επιστήμης της ψυχολογίας σε μια άνευρη, γλυκανάλατη, μεταμοντερνίζουσα φλυαρία. Το πιο περίεργο ωστόσο είναι ότι οι ψυχολογίζουσες και φιλοσοφίζουσες αρλούμπες του κ. Α. μοιάζουν να γοητεύουν σοβαρούς πολιτικούς στοχαστές και δημοσιογράφους. Όμως το παράδοξο αυτό γεγονός βρίσκεται εκτός της θεματικής που απασχολεί το παρόν κείμενο. Εντός της θεματικής του είναι αντίθετα η απόπειρα εντοπισμού των επιστημολογικών καταβολών της ανδρουλιδάκειας σύγχυσης. Διότι είναι προφανές στους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ, ότι ο συμπαθής, μειλίχιος προοδευτικός και πατριωτικά σκεπτόμενος αναπτυξιακός και κοινωνικός ψυχολόγος, δεν έχει συγκροτήσει την μεταμοντερνίζουσα αερολογία του εκ του μηδενός, αλλά την πλασάρει στην πιάτσα μέσα από κάποια εμπειρία της λειτουργίας της αγοράς «καινοτόμων πολιτιστικών προϊόντων». Το μεταφυσικό υπόβαθρο της «γιανναράδικης ευαισθησίας» του αμετροεπούς κακοποιητή της ψυχολογίας κ. Α., έχει με άλλα λόγια εγκατασταθεί θεωρητικά δίπλα σε μια αμερικανόπνευστη ψυχολογία των human relations που απασχολεί το marketing. Ο κ. Α. μοιάζει να γνωρίζει καλά τα μοντέλα διαχείρισης των προσδοκιών (συχνά ανορθόλογων) των καταναλωτών προϊόντων πολιτισμού. Να γνωρίζει τους καλύτερους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό. Της διείσδυσης στην συγκεκριμένη αγορά και της οικοδόμησης σχέσεων «αμοιβαίας εμπιστοσύνης και φροντίδας», που είναι βασικό μέλημα κάθε καλού πωλητή- εφόδιο απαραίτητο για την προσφορά χρήσιμων εμπορευμάτων, διαφήμισης των παρεχόμενων υπηρεσιών, ανάλυσης των κοινωνικών αιτημάτων, κατασκευής και ικανοποίησης των αναγκών.
Βέβαια, στην στομφώδη αερολογία, υπάρχουν και χειρότερα: σε μια επόμενη εκπομπή του ίδιου δημοσιογράφου ακούσαμε και τον πατέρα Λουδοβίκο. Το θεολογικό βαρέλι της «ιδεαλιστικής» μπουρδολογίας φαίνεται άπατο. Ίσως δεν πρόκειται πλέον για θεολογικό βαρέλι, αλλά για μεταμοντέρνα θαυματουργή κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Για την θεραπεία όχι τόσο των εκ γενετής τυφλών, όσο των εκ παραδρομής τυφλωμένων.